Στις πόλεις όπου η πυκνή δόμηση αποτελεί δομικό τους στοιχείο, η επέκταση των αστικών περιοχών και η συμπίεση του εδάφους, η υπερβολική αστικοποίηση χωρίς χώρους πρασίνου, οι επεμβάσεις στις κοίτες των φυσικών ρεμάτων (μπάζωμα) για ιδιωτική δόμηση και για δημόσια δόμηση (κυρίως για τη διάνοιξη οδικών αξόνων), η μετατροπή περιοχών φυσικής ανάσχεσης πλημμυρών σε αστικές περιοχές οδήγησε στην απώλεια του νερού και στην πτώση της στάθμης των υπόγειων νερών.

Οι αυξανόμενες ανάγκες και πολλαπλές απαιτήσεις για χρήση του νερού, σε συνδυασμό με τη μείωση των διαθεσίμων, αλλά και η υποβάθμιση των υδατικών πόρων από αλόγιστη χρήση και ρύπανση από τις αρνητικές επιδράσεις των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, επιβάλλουν την ανάγκη για ορθολογική αντιμετώπιση της χρήσης του νερού από τον άνθρωπο.

Στις σύγχρονες κοινωνίες συνειδητοποιείται πλέον η ανάγκη αλλαγής των προτύπων ανάπτυξης προς την κατεύθυνση της αειφορίας. Έτσι πλέον η συλλογή και η αποθήκευση των όμβριων υδάτων, η ανακύκλωση και επαναχρησιμοποίηση του νερού που καταναλώνεται κι άλλες λιγότερο συμβατικές μέθοδοι που αξιοποιούνται για τη δημιουργία αποθεμάτων νερού ή για τη συμπλήρωση των ήδη υπαρχόντων σε διάφορες περιοχές του πλανήτη, αποτελούν διαχειριστικές πρακτικές που αλλάζουν τα δεδομένα.

Από την άλλη πλευρά οι πόλεις οι οποίες κατάφεραν να διατηρήσουν το πράσινο ως συστατικό στοιχείο του αστικού χώρου, αναδεικνύουν την ανάγκη σχεδιασμού και ανάπτυξης πολιτικών ολοκληρωμένης διατήρησης του, με μεθόδους που συμβάλουν στην αειφορική διαχείριση του αστικού περιβάλλοντος.